Αρκετά ρήγματα εντοπίζονται εντός και πέριξ του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης - Radio Apolayseis

Breaking

Αρκετά ρήγματα εντοπίζονται εντός και πέριξ του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης



Αρκετά ρήγματα εντοπίζονται εντός και πέριξ του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, καθώς και θα πρέπει να μελετηθούν. Τα 17 από αυτά είναι τα σημαντικότερα. Τα περισσότερα εξ αυτών υπάγονται στο βασικό ρήγμα Ανθεμούντα και στο βασικό ρήγμα Πυλαίας – Πανοράματος. Τα συγκεκριμένα μπορούν θεωρητικά να «δώσουν» ισχυρές σεισμικές δονήσεις σε χρονικό βάθος εκατονταετιών
Την ανακοίνωση έκαναν ειδικοί μιλώντας στην  ημερίδα που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο αμφιθέατρο του  Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος / Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας (Τ.Ε.Ε/Τ.Κ.M, Λεωφόρος Μεγάλου  Αλεξάνδρου 49), με θέμα: «Γεωλογία – ενεργά ρήγματα και επιπτώσεις στα σημαντικά τεχνικά έργα της Θεσσαλονίκης».
Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν στην ανάγκη εκπόνησης εκτεταμένων μελετών που θα συνδυάζουν τη γεωλογική έρευνα και τη σεισμική μηχανική, στα ρήγματα που διέρχονται αστικά περιβάλλοντα. Οι μελέτες  αυτές θα πρέπει να εκπονούνται σε συνάρτηση με την κατασκευή τεχνικών έργων ή οικιστικών ζωνών, αλλά και σε  εδάφη, τα  οποία είναι  «ευάλωτα» σε συγκεκριμένες σεισμικές δυνάμεις.
Οι εισηγητές μίλησαν και για τις διαφοροποιήσεις ως προς τις προδιαγραφές ασφαλείας,  που εφαρμόζονται σε διάφορες χώρες.
Ομιλητές ήταν:
Ο ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ) Σπύρος Παυλίδης, με θέμα: «Ενεργά ρήγματα και τεχνικά έργα».
Ο επίκουρος καθηγητής του Α.Π.Θ. Αλέξανδρος Χατζηπέτρος με τίτλο: «Ο ρόλος των ενεργών ρηγμάτων στις μελέτες μεγάλων Τεχνικών Έργων» και ο οποίος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο «παράδειγμα του  αγωγού TAP».
Ο επίκουρος καθηγητής του Α.Π.Θ. Γιώργος Παπαθανασίου με θέμα: «Τα φαινόμενα ρευστοποίησης, ο  ρόλος  τους,  στα Τεχνικά Έργα και η σύγχρονη αστικοποίηση».
Η Δρ. Γεωλογίας, Άννα Ζερβοπούλου με τίτλο: «Γεωλογική δομή και ρήγματα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης».
Οι διευθυντές ερευνών  του Ινστιτούτου  Τεχνικής Σεισμολογίας και Αντισεισμικών Κατασκευών (Ι.Τ.Σ.Α.Κ.) Βασίλης Μάργαρης και Νίκος Θεοδουλίδης με θέμα:  «Επίδραση της γεωλογίας στη διαμόρφωση της ισχυρής σεισμικής κίνησης».
Μεταξύ άλλων,  οι επιστήμονες έκαναν τις κάτωθι επισημάνσεις;:
Η απόσταση ασφαλείας από αποδεδειγμένο ενεργό ρήγμα είναι ένα «ανοιχτό»  θέμα παγκοσμίως, που απασχολεί την Ελληνική επιστημονική κοινότητα και τον τεχνικό κόσμο της χώρας, όταν σχεδιάζονται μεγάλα τεχνικά έργα (προδιαγραφές, μικροζωνικές).
Σε αντισεισμικούς κανονισμούς ορισμένων χωρών ορίζεται μια ζώνη πλάτους 50 μέτρων εκατέρωθεν του ίχνους ενός ενεργού ρήγματος,  που θα  πρέπει να αφήνεται κενή σε περίπτωση συνήθων κατασκευών.
 Η ζώνη αυτή αυξάνεται στα 100 ή 300 μέτρα ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής. Οικοδομές σε απόσταση μεταξύ των  50 και 100 μέτρων θα  πρέπει να κατασκευαστούν για με ενισχυμένη σεισμική κίνηση. Για τις  κατασκευές, που βρίσκονται  μέσα στη ζώνη των 100 – 300 μέτρων θα  πρέπει να υπολογιστεί ένας συντελεστής ενίσχυσης της σεισμικής κίνησης.
Η καλύτερη λύση είναι η αποφυγή δόμησης επάνω στα ρήγματα. Όταν ,όμως,  αυτό είναι ανέφικτο, για πολλούς πρακτικούς λόγους, τότε  προχωράει ο σχεδιασμός και η κατασκευή του έργου με ειδικές προδιαγραφές.
Οι κατασκευές , που πλήττονται περισσότερο από τη  θεμελίωση επάνω σε ρήγματα – εκτός από τις κτιριακές –  είναι:
Οι γέφυρες, οι σιδηροδρομικοί και οδικοί άξονες, τα φράγματα, οι σήραγγες, οι χώροι υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) , καθώς και τα τέλματα λυμάτων.
 Στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να αποφευχθεί η δόμηση επάνω σε ρήγματα, έχει αναπτυχθεί ήδη  τεχνογνωσία για την αποφυγή ή την ελαχιστοποίηση των αστοχιών. Τα προβλήματα αυτά ανάλογα με την περίπτωση και τη σπουδαιότητα της κατασκευής λύνονται με εξειδικευμένη θεμελίωση  ή εξυγίανση του εδάφους.
Υφίστανται  αρκετοί ορισμοί περί  των ενεργών ρηγμάτων στη διεθνή βιβλιογραφία, αλλά για το σχεδιασμό των  τεχνικών έργων έχει επικρατήσει  κατά τα τελευταία χρόνια να θεωρείται ενεργό ένα ρήγμα, το οποίο έχει δραστηριοποιηθεί μία η περισσότερες φορές  μέσα  στα τελευταία 10.000 έτη.
Παρατηρήσεις σε ενεργά ρήγματα μετά από ισχυρούς σεισμούς εξασφαλίζουν βαθιά γνώση στη διαφοροποίηση της ισχυρής σεισμικής λίνησης και την επίδραση  αυτής  στις κατασκευές.
Η γνώση – μελέτη των σεισμικών ρηγμάτων είναι σημαντική για τις ορθολογικές τιμές σχεδιασμού στους αντισεισμικούς κανονισμούς.
Η κατευθυντικότητα συσχετίζεται άμεσα με τη  διάδοση των σεισμικών κυμάτων κατά  το μήκος του ρήγματος. Τα αποτελέσματα αυτής έχουν τεράστια σημασία στην τεχνική σεισμολογία και στον αντισεισμικό σχεδιασμό.
Για το έργο κατασκευής του αγωγού  TAP εξετάστηκαν σχετικά προβλήματα σε άλλους αγωγούς ανά τον κόσμο και έγινε αρχική εκτίμηση της  επικινδυνότητας  των ρηγμάτων σε απόσταση έως και 200 χιλιομέτρων  από αυτόν  με στόχο τον προσδιορισμό προβληματικών περιοχών.
Σχετικά με την κατασκευή του ίδιου αγωγού  πραγματοποιήθηκε μια  γεωλογική χαρτογράφηση μεγάλης κλίμακας,  ενώ εξετάστηκαν τα ρήγματα που  τον τέμνουν  και ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα.
 Μάλιστα, οι ομιλητές  παρουσίασαν  χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγχρονων αγωγών, που μετά από ισχυρό σεισμό έκλεισαν μόνο για προληπτικό έλεγχο 2 – 3 ημερών, χωρίς να βρεθεί καμία αστοχία.
Στην ευρύτερη περιοχή εντός και πέριξ του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης εντοπίζονται αρκετά ρήγματα,. Τα 17  από αυτά είναι τα σημαντικότερα. Μάλιστα, τα περισσότερα υπάγονται στο βασικό ρήγμα του  Ανθεμούντα και στο βασικό ρήγμα Πυλαίας – Πανοράματος).  Θεωρητικά μπορούν  τα συγκεκριμένα ρήγματα να «δώσουν» ισχυρές σεισμικές δονήσεις σε χρονικό βάθος εκατονταετιών.
Το ρήγμα Πυλαίας – Πανοράματος είναι το σημαντικότερο που διέρχεται το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης . Χωρίζεται, δε,  σε τέσσερα τμήματα, ενώ  το καθένα  εξ αυτών  έχει μήκος περίπου τριών  χιλιομέτρων.
Η σημαντικότερη επίπτωση σε σύγχρονο τεχνικό έργο, ήταν η μετατόπιση του σταθμού του Μετρό «Βούλγαρη», σε σύγκριση με τον αρχικό σχεδιασμό, ώστε να μην τέμνεται από το ρήγμα Πυλαίας – Πανοράματος.
Γεωτεχνικά προβλήματα που μπορεί να παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη σε περίπτωση ισχυρού σεισμού και ανάλογα με το έδαφος θεμελίωσης είναι:
 α) Η πιθανή «ρευστοποίηση» σε περιοχές με ιλύ και λεπτόκοκκη άμμο, αλλά και σε παράκτιες περιοχές με μαύρη άργιλο.
β) Οι  Καθιζήσεις σε κτίρια που εδράζονται σε χαλαρό ή και ετερογενές υπόβαθρο,  όπως είναι οι ανθρωπογενείς επιχώσεις (αρχαιολογικό στρώμα) , που βρίσκονται κυρίως στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη θεωρείται «μερικώς επιδεκτική σε φαινόμενα «ρευστοποίησης» με ιδιαίτερη έμφαση σε λιμενικές εγκαταστάσεις και σε τμήμα του παράκτιου μετώπου, που βρίσκεταθ  στην περιοχή του  αεροδρομίου.
 Απαραίτητη χαρακτηρίζεται η λεπτομερής μελέτη στο δυτικό τμήμα, στη βιομηχανική ζώνη και στην ευρύτερη περιοχή του Καλοχωρίου  με εκτίμηση του δυναμικού ρευστοποίησης εδαφικών σχηματισμών στη λεκάνη του  Αξιού.
Για την περαιτέρω μελέτη της γεωλογίας του αστικού περιβάλλοντος προτάθηκε η οργάνωση βάσης δεδομένων των υπόγειων εργασιών, που γίνονται στην πόλη (από εκσκαφές έως και ερευνητικές γεωτρήσεις ή  υδρογεωτρήσεις).
Αυτή θα περιλαμβάνει καταγραφή, συλλογή και ομαδοποίηση στοιχείων, όπως είναι οι  τομές  των γεωτρήσεων και τα εργαστηριακά αποτελέσματα εδαφικών δειγμάτων για σαφή –λεπτομερή εικόνα του υποβάθρου θεμελίωσης των κατασκευών. Τέτοιες βάσεις δεδομένων λειτουργούν ήδη  σε Αγγλία, Τσεχία, Γερμανία, Η.Π.Α. κι άλλες χώρες.
Τα σημαντικότερα ενεργά ρήγματα της Θεσσαλονίκης  θα πρέπει να μελετηθούν σε βάθος, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για το μέγεθος σεισμού, που μπορούν να δώσουν, τη μέγιστη μετατόπιση και την περίοδο ενεργοποίησης.
 Ακολούθως,  θα μπορούσαν να οριοθετηθούν  οι ζώνες ειδικής δόμησης ή μη δόμησης σε κάποιες περιπτώσεις, εκατέρωθεν των ρηγμάτων.